Βαλάντης Τσιούτσιας: «Πονηρές» μεθοδεύσεις και νέες αυξήσεις στο νερό

Σε μια σκληρή παρέμβαση προχώρησε ο δημοτικός σύμβουλος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης του Δήμου Πύλης, κ. Βαλάντης Τσιούτσιας, κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας του στη Ραδιοφωνική Λέσχη Τρικάλων.
Ο κ. Τσιούτσιας καυτηρίασε την πρόσφατη απόφαση για αύξηση της τιμής του νερού κατά 20%, κάνοντας λόγο για μια ανεπίτρεπτη κίνηση που συνοδεύτηκε από μεθοδεύσεις που πλήττουν τη διαφάνεια και τη δημοκρατική λειτουργία του Δήμου.
Συγκεκριμένα, ο κ. Τσιούτσιας κατήγγειλε ότι η Δημοτική Αρχή δεν είχε το πολιτικό σθένος να φέρει το θέμα προς συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, επιλέγοντας να το περάσει «στα κρυφά» μόνο από τη Δημοτική Επιτροπή.
Όπως τόνισε, η κίνηση αυτή αποτελεί έμμεση παραδοχή ενοχής, καθώς ο κ. Μαράβας γνώριζε ότι θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τη δημόσια κατακραυγή, αλλά και με εσωτερικές αντιδράσεις, αφού μέλη της ίδιας του της παράταξης είχαν εκφράσει την πρόθεση να καταψηφίσουν την αύξηση.
Παράλληλα, ο κ. Τσιούτσιας ανέδειξε την αλλαγή στη συχνότητα έκδοσης των λογαριασμών, οι οποίοι από εξαμηνιαίοι γίνονται πλέον τριμηνιαίοι, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αναλύοντας τη νέα τιμολογιακή πολιτική, εξήγησε τις επιπτώσεις που θα υποστούν οι δημότες τόσο στον ορεινό όγκο όσο και στις πεδινές περιοχές, χαρακτηρίζοντας την αύξηση ως «τιμωρία» για τους πολίτες και τους επαγγελματίες, δεδομένου ότι το νερό αποτελεί αναντικατάστατο κοινωνικό αγαθό και πηγή ζωής.
Σύμφωνα με τον κ. Τσιούτσια, αυτή είναι η δεύτερη φορά που η Δημοτική Αρχή χρησιμοποιεί «πονηρά» τεχνάσματα. Η πρώτη αφορούσε την αύξηση των δημοτικών τελών κατά 30% τον Νοέμβριο του 2023, μια περίοδο όπου το Δημοτικό Συμβούλιο ήταν ουσιαστικά υπό διάλυση εν αναμονή της νέας σύνθεσης που προέκυψε από τις εκλογές.
Καταλήγοντας, ο κ. Τσιούτσιας άσκησε δριμεία κριτική στην εισπρακτική αποτυχία του Δήμου, σημειώνοντας πως ο κ. Μαράβας επέλεξε για άλλη μια φορά τον ρόλο του «πονηρού εισπράκτορα».
Είναι πλέον σαφές: η Δημοτική Αρχή Πύλης, αδυνατώντας να εισπράξει τα χρωστούμενα, προτιμά να «ληστεύει» τη νοικοκυροσύνη των συνεπών δημοτών, κρυμμένη πίσω από κλειστές πόρτες επιτροπών για να γλιτώσει το δημόσιο διασυρμό, επιλέγοντας να μετακυλήσει το κόστος της δικής της ανικανότητας στους συνεπείς πολίτες, καλώντας τους να πληρώσουν ξανά «τα σπασμένα».



