Παρέμβαση της ΝΕ Τρικάλων ΤΕΕ για το επικείμενο φωτοβολταϊκό έργο στο Ελληνόκαστρο

Στο πλαίσιο ανοιχτής συζήτησης μεταξύ των μελών της Νομαρχιακής Επιτροπής Τρικάλων του ΤΕΕ Κεντροδυτικής Θεσσαλίας και μελών της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ, τέθηκε προς ανταλλαγή απόψεων το ζήτημα της προτεινόμενης ιδιωτικής επένδυσης φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 430 MW, που σχεδιάζεται να χωροθετηθεί στην ευρύτερη περιοχή της Περιφερειακής Ενότητας Τρικάλων. Στο πλαίσιο αυτό, και χωρίς να υποκαθίσταται οποιαδήποτε αρμοδιότητα άλλου θεσμικού οργάνου, κατατίθενται οι ακόλουθες απόψεις-επισημάνσεις:
Το έργο αφορά εγκατάσταση Φ/Β 430 MW, συνολικής έκτασης 15.512,48 στρεμμάτων, τα οποία χωροθετούνται σε μια εκτεταμένη έκταση των Δήμου Τρικκαίων και Μετεώρων της ΠΕ Τρικάλων. Η μελέτη και η κατασκευή του έργου θα λάβει χώρα εντός 72 πολυγώνων συνολικής έκτασης 5.931,70 στρεμμάτων.
Η κλίμακα του έργου είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη για τα δεδομένα της περιοχής και συνιστά μια παρέμβαση μεγάλης έντασης στο φυσικό και αγροτικό περιβάλλον. Η χωροθέτηση σε πολλαπλές υποπεριοχές και η ανάπτυξη εκτεταμένων υποδομών ενδέχεται να επιφέρει σημαντικές μεταβολές στο τοπίο, στο ανάγλυφο και στη φυσιογνωμία της περιοχής, ιδίως σε ημιορεινές και αγροτικές ζώνες. Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αξιολογηθεί διεξοδικά ο βαθμός συμβατότητας της παρέμβασης με τον χαρακτήρα και τη φέρουσα ικανότητα του τοπίου.
Δεδομένου ότι τμήμα της περιοχής χωροθέτησης εμπίπτει σε ζώνες του δικτύου Natura 2000, εκτιμάται ότι απαιτείται αυξημένη προσοχή ως προς την προστασία των οικοτόπων και των οικολογικών λειτουργιών. Η έκταση και η διάσπαση του έργου σε επιμέρους τμήματα ενδέχεται να οδηγήσουν σε κατακερματισμό ενδιαιτημάτων και να επηρεάσουν μετακινήσεις ειδών πανίδας και ορνιθοπανίδας. Κατά συνέπεια, θεωρούμε αναγκαίο να εξεταστεί με πληρότητα η επάρκεια των προβλεπόμενων μέτρων αποφυγής, μετριασμού και αντιστάθμισης των επιπτώσεων, ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας της προστατευόμενης περιοχής.
Επιπλέον, η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού έργου τόσο μεγάλης κλίμακας (περίπου 430 MW, σε εκτάσεις της τάξης των 6.000–16.000 στρεμμάτων) ενδέχεται να επιφέρει συνδυασμένες μικροκλιματικές, υδρολογικές και εδαφικές μεταβολές στην περιοχή. Η αντικατάσταση εκτεταμένων φυσικών ή αγροτικών επιφανειών από φωτοβολταϊκά πάνελ και συνοδευτικές υποδομές έχει, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, τη δυνατότητα να προκαλέσει το φαινόμενο της τοπικής θερμικής επιβάρυνσης (PV heat island effect), με αυξήσεις θερμοκρασίας, μεταβολές της υγρασίας και αλλαγές στη ροή των ανέμων. Παράλληλα, η απώλεια φυσικής κάλυψης, σε συνδυασμό με τη δημιουργία νέων δρόμων πρόσβασης, τάφρων και εκσκαφών, μπορεί να διαταράξει τη φυσική απορροή των ομβρίων, να μειώσει τη διαπερατότητα των εδαφών και να εντείνει φαινόμενα διάβρωσης και επιφανειακής απορροής προς τα χαμηλότερα τμήματα. Υπό το πρίσμα της αυξημένης ευαισθησίας που έχει ήδη καταγραφεί στην περιοχή τα τελευταία έτη, ιδίως μετά τα ακραία καιρικά φαινόμενα του κυκλώνα Daniel, οι παραπάνω μεταβολές ενδέχεται να ενισχύσουν την ένταση πλημμυρικών επεισοδίων, να δυσχεράνουν την ανανέωση των υπόγειων υδάτων και να αυξήσουν την ευαλωτότητα της περιοχής τόσο σε πλημμύρες όσο και σε συνθήκες ξηρασίας και αυξημένου κινδύνου πυρκαγιών. Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο τα ζητήματα μικροκλίματος, υδρολογίας και εδαφικής συμπεριφοράς να αποτελέσουν αντικείμενο αναλυτικής και τεκμηριωμένης αξιολόγησης στο πλαίσιο του συνολικού σχεδιασμού του έργου.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στην πολιτιστική και αισθητική διάσταση της περιοχής, λόγω της οπτικής και λειτουργικής σχέσης με το μνημειακό σύνολο των Μετεώρων (Μνημείο UNESCO) και τον παραδοσιακό χαρακτήρα του ημιορεινού τοπίου. Η ανακλαστική επιφάνεια των πάνελ δημιουργεί οπτική όχληση και έντονες γυαλάδες, που μειώνουν την οπτική ποιότητα του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Επίσης, η έκταση και η χωρική ανάπτυξη του έργου επηρεάζουν αναπόφευκτα τις γραμμές θέασης, σημεία παρατήρησης και τη συνολική εμπειρία επισκεπτών και προσκυνητών. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να εξεταστεί με προσοχή η επίδραση του έργου στο πολιτιστικό τοπίο και στην τουριστική φυσιογνωμία της περιοχής. Με βάση τα ανωτέρω θεωρούμε ότι θα έπρεπε στα πλαίσια των περιβαλλοντικών εγκρίσεων του έργου να υπάρχει και γνωμοδότηση από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 50 του Ν. 3028/2002.
Τέλος, κρίνουμε απαραίτητο να διερευνηθούν τυχόν συγκρούσεις με τα θεσμικά πλαίσια που ορίζονται από, την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Οικότοποι), την Οδηγία 2009/147/ΕΚ (Ορνιθοπανίδα), την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Τοπίου, την UNESCO Operational Guidelines – buffer & viewscape, το Εθνικό Χωροταξικό Πλαίσιο ΑΠΕ και το Σύνταγμα άρθρα 24 & 25 για το περιβάλλον.
Κλείνοντας και λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος του έργου και τη δυνητικά εκτεταμένη χωρική, περιβαλλοντική και κοινωνικοοικονομική του επίδραση, θα ήταν χρήσιμο, στο πλαίσιο της διαφάνειας και της πληρέστερης ενημέρωσης της τοπικής κοινωνίας, να δημοσιοποιηθούν οι εγκρίσεις και γνωμοδοτήσεις που έχουν ληφθεί έως σήμερα κατά τη διαδικασία αδειοδότησής του. Παράλληλα, θεωρούμε σκόπιμο οι ανωτέρω επισημάνσεις να ληφθούν υπόψη στον περαιτέρω σχεδιασμό και αξιολόγηση του έργου, στο πλαίσιο του θεσμικού ρόλου της Νομαρχιακής Επιτροπής Τρικάλων ΤΕΕ/ΤΚΔΘ ως τεχνικού συμβούλου της Πολιτείας, με στόχο τη διασφάλιση μιας ισόρροπης και βιώσιμης προσέγγισης για την περιοχή.
Εκ της Ν.Ε. Τρικάλων ΤΕΕ/ΤΚΔΘ





