Παζάρι να ’ναι κι ό,τι να ’ναι…

Διάφορα σχόλια ακούγονται και φέτος για το παζάρι των Τρικάλων. Άλλος το βλέπει από τη μία πλευρά, άλλος από την άλλη και στο τέλος όλοι έχουν… δίκιο. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν.
Γιατί το παζάρι είναι από εκείνους τους θεσμούς που έχουν τη μοναδική ικανότητα να προκαλούν ταυτόχρονα ενθουσιασμό, γκρίνια, νοσταλγία και απορία.
Το γεγονός είναι πάντως ότι οι εμποροπανηγύρεις, γενικότερα, δεν περνούν πλέον τις παλιές τους δόξες. Η επισκεψιμότητα έχει πέσει, το ενδιαφέρον έχει ατονήσει και οι εποχές έχουν αλλάξει. Κάποτε πήγαινες στο παζάρι για να ψωνίσεις. Σήμερα πας περισσότερο για να δεις αν… υπάρχει ακόμη παζάρι.
Και βέβαια έχει αλλάξει και το εμπόριο. Οι νέες γενιές δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να συνεχίσουν τη δουλειά του πάγκου. Ο Έλληνας έμπορος πίσω από την παράγκα σπανίζει όλο και περισσότερο και η εικόνα έχει αλλάξει αισθητά. Οι περισσότεροι πωλητές είναι πλέον άνθρωποι που έχουν έρθει από άλλες χώρες, με το Μπαγκλαντές να έχει έντονη παρουσία.
Τα παιχνίδια, από την άλλη, είναι μια άλλη ιστορία. Δεν υπάρχουν όπως παλιά, ενώ ακόμη κι όταν υπάρχουν, προκύπτουν ζητήματα με τις πιστοποιήσεις και τις προϋποθέσεις λειτουργίας. Οπότε καλύτερα να κοιτάμε τις παράγκες και να θυμόμαστε τα λούνα παρκ των παιδικών μας χρόνων.
Τα μουσικά events έχουν βέβαια το ενδιαφέρον τους. Εκεί υπάρχει κόσμος, υπάρχει κίνηση, υπάρχει φασαρία και γενικά κάτι θυμίζει ότι γίνεται… παζάρι. Μέχρι εκεί όμως.
Παρά τα προβλήματα και την πτώση του εμπορικού ενδιαφέροντος, το παζάρι εξακολουθεί να αποτελεί έναν σταθερό θεσμό για τον Δήμο. Και οι άνθρωποι που έχουν την ευθύνη κάθε χρόνο καταβάλλουν υπερπροσπάθεια για να το κρατήσουν ζωντανό. Γιατί, κακά τα ψέματα, αν το αφήσεις μια χρονιά, μπορεί την επόμενη να ψάχνεις να βρεις πού ήταν.
Το ίδιο σκηνικό, λίγο-πολύ, και στη Λάρισα. Ανοίγει κι εκεί ο άλλος μεγάλος θεσμός, «της Λαρίσης το παζάρι», με τα δικά του ερωτηματικά φέτος και τις δημοπρασίες να γίνονται κυριολεκτικά στο… «παρά ένα».
Τώρα, αν ρωτήσεις τον κόσμο ποιος έχει τη διοργάνωση, ποιος πήρε ποια παράγκα και πόσο κόστισε ο χώρος, μάλλον θα πάρεις την κλασική απάντηση:
«Εμείς να πάμε θέλουμε. Τα υπόλοιπα ας τα βρουν αυτοί».
Και κάπως έτσι λειτουργεί το πράγμα.
Παράγκες θα στηθούν, τσίκνα θα σηκωθεί στον ουρανό, κάποιοι θα ψωνίσουν κάτι που δεν χρειάζονται αλλά «ήταν ευκαιρία», κάποιοι θα πάνε μόνο για τον καφέ και άλλοι για να θυμηθούν τα παλιά.
Γιατί τελικά το παζάρι μπορεί να μην είναι πλέον αυτό που ήταν.
Αλλά είναι από εκείνες τις διοργανώσεις που, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, δύσκολα τις αφήνεις να χαθούν εντελώς.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε πάγκους, σουβλάκια, μουσικές, μικροψώνια και μπόλικη νοσταλγία, συνεχίζεται η παράδοση.
Παζάρι να ’ναι… κι ας μην ξέρουμε ακριβώς τι πήγαμε να αγοράσουμε!
ΤΡΚ