Η σιωπή των βουλευτών, της Μαρίας Αγναντή

Δύο είναι σήμερα οι μείζονες παθογένειες του κοινοβουλευτισμού: η απουσία και η σιωπή.
Η εικόνα των άδειων εδράνων στο Κοινοβούλιο δεν αποτελεί απλώς ένδειξη αμέλειας.
Συνιστά ευθεία προσβολή προς τους πολίτες και τη δημοκρατική εντολή που οι ίδιοι οι
βουλευτές έλαβαν. Η παρουσία τους στη Βουλή δεν είναι τυπική υποχρέωση, αλλά
θεμελιώδης όρος λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όταν οι εκλεγμένοι
εκπρόσωποι απουσιάζουν, δεν απουσιάζουν μόνο οι ίδιοι.
Απουσιάζει η φωνή των πολιτών, η λογοδοσία, ο έλεγχος της εξουσίας.
Η συστηματική απουσία από τις συνεδριάσεις αποδυναμώνει τη θεσμική σοβαρότητα και
καλλιεργεί την απαξίωση προς το πολιτικό σύστημα. Οι βουλευτές δεν εκλέγονται για να
διατηρούν τον τίτλο ή για να εξυπηρετούν τους ψηφοφόρους τους, αλλά για να
συμμετέχουν ενεργά, να τοποθετούνται εντός και εκτός Βουλής, να ψηφίζουν και να
υπερασπίζονται τα συμφέροντα όλων μας. Κάθε κενό έδρανο είναι μια υπενθύμιση
προκλητικής αδιαφορίας, ακριβοπληρωμένης αφασίας και κραυγαλέας ευθυνοφοβίας.
Η Δημοκρατία απαιτεί παρουσία, εγρήγορση και συνέπεια. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά
παραβίαση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η σιωπή των βουλευτών της αντιπολίτευσης
μπροστά σε κρίσιμα γεγονότα δεν μπορεί να εκληφθεί ως ουδετερότητα. Είναι στάση που
αγγίζει τα όρια της συνενοχής. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι διακοσμητικός, ούτε
περιορίζεται σε περιστασιακές τοποθετήσεις. Είναι θεσμική υποχρέωση να ελέγχει, να
αναδεικνύει, να καταγγέλλει και να παρεμβαίνει δυναμικά.
Όταν οι εξελίξεις απαιτούν καθαρές θέσεις και αποφασιστικές παρεμβάσεις, η επιλογή της
σιωπής δημιουργεί ερωτήματα για τις προθέσεις και τις προτεραιότητες. Η κοινωνία δεν
αναμένει απλώς αντιδράσεις. Απαιτεί ξεκάθαρη στάση, επιχειρήματα και πολιτική δράση. Η
απουσία λόγου μεταφράζεται σε απουσία υπεράσπισης των πολιτών.
Η αντιπολίτευση που σιωπά, αποτυγχάνει στον βασικό της ρόλο: να αποτελεί αντίβαρο
στην εξουσία. Και σε μια Δημοκρατία χωρίς ουσιαστικό αντίλογο, η ισορροπία
διαταράσσεται επικίνδυνα.
Και τώρα ας έρθουμε στους τοπικούς βουλευτές της αντιπολίτευσης αλλά και της
κυβέρνησης. Όταν λείπουν κάποιοι άνθρωποι από τα έδρανα, λείπει ολόκληρη η
στοιχειώδης αίσθηση της ιστορικής ευπρέπειας. Ιδίως από εκείνους που οφείλουν τη
διαδρομή τους, την ορατότητά τους και την εσωκομματική τους ενηλικίωση στη δική μας
ψήφο. Η απουσία δεν είναι ουδετερότητα.
Στην πολιτική η απουσία είναι ψήφος.
Και μερικές φορές είναι η πιο ντροπιαστική ψήφος απ’ όλες.
Υπάρχει κάτι σχεδόν θλιβερό σε αυτού του τύπου τη συμπεριφορά. Οι άνθρωποι αυτοί
νομίζουν ότι προστατεύουν το μέλλον τους, ενώ στην πραγματικότητα το μικραίνουν.
Νομίζουν ότι δεν εκτίθενται, ενώ στην πραγματικότητα απλώς αυτο-αποκαλύπτονται.
Νομίζουν ότι η Ιστορία γράφεται στο εντευκτήριο ή στη μεγάλη αίθουσα του
Κοινοβουλίου, στην οποία, όποιος κάθεται ήσυχος θα ανταμειφθεί με μια υφυπουργική
καρέκλα, μια επιτροπή, μια τηλεοπτική συγκατάβαση, έναν έπαινο πειθαρχίας…
Δεν έχουν καταλάβει ότι η εξουσία τους άφωνους πρώτα τους χρησιμοποιεί και μετά τους
πετάει.
Ότι ο πειθήνιος βουλευτής δεν καταγράφεται ως αξιόπιστος. Καταγράφεται ως διαθέσιμος.
Και ο διαθέσιμος, όταν πάψει να είναι χρήσιμος, παύει απλώς να υπάρχει.
Αυτός είναι ο πραγματικός μελλοντικός ορίζοντας πολλών άφωνων και απόντων: όχι η
σταθερή άνοδος, αλλά η αθόρυβη εξαφάνιση.
Υπάρχει, λοιπόν μόνο εκείνος ο βουλευτής που θα μπει στην καρδιά του κυβερνητικού
αφηγήματος και θα το χτυπήσει εκεί όπου πονά περισσότερο: στη ρηχότητα του πυρήνα
του. Οι υπόλοιποι στο στασίδι τους είναι ζημιογόνοι…
Μαρία Αγναντή, φιλόλογος