Ελλάδα

Υφίσταται «βλάχικο ζήτημα»;

Κατά διαστήματα και με αφορμή διάφορα γεγονότα επανέρχεται στη δημόσια σφαίρα το λεγόμενο «βλάχικο ζήτημα», με έναν τρόπο που μας θυμίζει ξανά και ξανά τις φοβίες οι οποίες έχουν αναπτυχθεί στο κοινωνικό σώμα της χώρας εξαιτίας συμβάντων του περισσότερο ή λιγότερο πρόσφατου παρελθόντος, πάντως της νεότερης ιστορίας, που συνδέεται με τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους μέσα από τις στάχτες της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στη γνωστή «ρουμανική προπαγάνδα», που άρχισε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σε μια περίοδο που οι ταυτότητες και οι συνειδήσεις στη Βαλκανική ήσαν ακόμη σε κατάσταση ρευστότητας και ως εκ τούτου τα αναδυόμενα εθνικά κράτη διεκδικούσαν εθνοτικές ομάδες στο πλαίσιο των γενικότερων επιδιώξεών τους με βάση την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, που ήταν ο ουσιοκρατικός και ρομαντικός εθνικισμός, ιδεολογία που έδινε έμφαση κυρίως στην καταγωγή σε σχέση με τη γλώσσα. Η Ρουμανία λοιπόν, με βάση τη γλωσσική συγγένεια που κατά την επικρατούσα θεωρία συνδέεται με κοινή καταγωγή, διεκδίκησε τους Βλάχους στο πλαίσιο της εθνικής της πολιτικής, μιας πολιτικής που βρήκε συμπαραστάτη και την υπό αποσύνθεση αυτοκρατορία, η οποία εφάρμοσε την πολιτική του «διαίρει κα βασίλευε», στηρίζοντας την άποψη ότι οι Βλάχοι έπρεπε να διακριθούν από το Ρουμ μιλέτ και να αποτελέσουν ξεχωριστή ομάδα, με στόχο βέβαια την αποκοπή τους από τον Ελληνισμό και το Πατριαρχείο.

Είναι γνωστό ότι η Ρουμανία κατάφερε να διεισδύσει στις κοινότητες των Βλάχων -από ένα σημείο και μετά και με ευθύνη της ελληνικής πολιτείας- και να προκαλέσει εσωτερικούς διχασμούς και συγκρούσεις σε αρκετές από αυτές. Γεγονός είναι, πάντως, ότι η πλειονότητα των Βλάχων αντιτάχθηκε σε όλη αυτήν την κίνηση, που ως τελική κατάληξη είχε ένα μικρό τμήμα του βλάχικου πληθυσμού να μετακινηθεί προς τη Ρουμανία κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, για τον βασικό λόγο ότι είχε ταχθεί με την πλευρά των «ρουμανιζόντων».

Η δεύτερη φάση, εάν μπορούμε να την πούμε έτσι, είναι αυτή της Κατοχής, κατά την οποία μια μικρή ομάδα ανθρώπων, εγκολπούμενη τη «θεωρία» της ρωμαϊκής καταγωγής των Βλάχων, συνεργάστηκε με τους Ιταλούς δημιουργώντας τη γνωστή λεγεώνα, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία «πριγκιπάτου» της Πίνδου! Και τα δύο αυτά γεγονότα στιγμάτισαν την ομάδα ιστορικά, με αποτέλεσμα να βαραίνουν αρκετά στη συλλογική μνήμη της και να προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποσείσει αυτήν την αντεθνική δράση κάποιων από τους προγόνους, που σήμερα θεωρείται μεγάλη ντροπή. Ως αποτέλεσμα αυτού του συναισθήματος, που τείνει να προσλάβει τη μορφή συμπλέγματος, η ομάδα, με εκφραστές ποικίλους φορείς της, προσπαθεί με διάφορους τρόπους να «αμυνθεί», ωσάν να υπάρχει συλλογική ευθύνη και ενοχή για αυτά τα συμβάντα του παρελθόντος, και να διακηρύσσει σε κάθε ευκαιρία και με κάθε αφορμή την ελληνικότητά της, την αφοσίωσή της στο ελληνικό έθνος, αναθεματίζοντας παράλληλα οποιαδήποτε αναφορά σε θέματα ιδιαιτερότητας, όπως, για παράδειγμα, αυτό της γλώσσας.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Υπάρχει θέμα; Υπάρχει κίνδυνος; Πιστεύουμε ότι όταν απαντά κανείς θετικά σε αυτό το ερώτημα είναι σαν να αμφισβητεί εμμέσως πλην σαφώς αυτό που κατά τα άλλα διακηρύττει, δηλαδή την ελληνικότητα, την εθνική ταύτιση και αφοσίωση, και μάλιστα τον πρωτοποριακό της ρόλο στην ίδια τη συγκρότηση του νέου ελληνικού έθνους-κράτους.

Θεωρούμε, λοιπόν, ότι στη σημερινή εποχή είναι μάλλον προβληματικό να εκφράζονται φοβίες αυτού του είδους, διότι οι Βλάχοι, όπως και οι υπόλοιπες ομάδες με γλωσσικές και άλλες ιδιαιτερότητες, είναι πλήρως ενταγμένοι στην ελληνική κοινωνία και απολαμβάνουν ισότιμα όλα τα δικαιώματα ως Ελληνες πολίτες. Κατά συνέπεια, το να συνδέεται η όποια ιδιαιτερότητά τους με μειονοτικά ζητήματα είναι άτοπο και επικίνδυνο, με την έννοια ότι συντηρείται και αναπαράγεται μια φοβία χωρίς λόγο.

Το ζήτημα της βλάχικης γλώσσας και όποιων άλλων ιδιαιτεροτήτων στα τοπικά πολιτισμικά συστήματα των βλάχικων κοινοτήτων είναι ζήτημα που αφορά στον ίδιο τον πλούτο του πολιτισμού της χώρας μας, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συνολικού μας πολιτισμού και ως τέτοιο πρέπει να τύχει σεβασμού και προστασίας σε όλα τα επίπεδα. Αυτό που είναι πλούτος, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν κατάρα.

* Ο Βασίλης Νιτσιάκος είναι καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διδάκτορος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Κέμπριτζ

Close