High Lights

Τρικαλινή η «ασυμβίβαστη» δίπλα στην Πάολα που έκλεψε τα βλέμματα στην εκπομπή του Παπαδόπουλου

Όταν, βλέποντας ζωντανά τα στατιστικά του LIFO.gr είδα ότι δύο ή τρία άρθρα μας για τη Γιώτα Γιάννα είχαν ξαφνικά εκτιναχθεί σε αναγνώσεις, φοβήθηκα για λίγο μήπως πέθανε. Θυμήθηκα όμως αμέσως ότι είναι Σαββατόβραδο και τότε ήξερα κατευθείαν: Είναι στην εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου κι ο κόσμος γκουγκλάρει το όνομά της σα τρελός για να μάθει ποια είναι.

Στο δε τουίτερ τα «ποια είναι αυτή η θεά» και τα «ποια είναι αυτή η γελοία» έδωσαν και πήραν, με τους γνώστες να δίνουν απαντήσεις, και τελικά όλους να μιλούν για την ξεχωριστή τραγουδίστρια…

Υπήρξαν αυτοί που αναρωτήθηκαν ευγενικά ποια είναι:

Οι γονείς μου έφυγαν νωρίς. Ο μπαμπάς απ’ τα Τρίκαλα Θεσσαλίας, που έβγαλαν τόσους και τόσους μουσικούς, ήρθε μικρός στην Αθήνα και παντρεύτηκε τη μάνα μου, μικρασιατικής καταγωγής. Έκαναν εμένα. Όταν πέθανε η μάνα μου, ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε κι εγώ βρήκα την πνευματική μου μητέρα. Δεν μου αρέσει η λέξη «μητριά». Ήταν η δεύτερη μάνα μου η Ευγενία μου, η οποία είναι εν ζωή. Έκαναν άλλα δύο παιδιά, δύο αγόρια, κούκλους. Ο ένας, ο Δημήτρης μου, έφυγε στην Κύπρο το ’74 και δεν ξαναγύρισε. Δεν «έφυγε» κανονικά, γιατί δεν μπορεί να χαθεί «κανονικά» ένα παιδί 19 ετών. «Κοιμάται» εκεί από τότε. Υπάρχουν, λοιπόν, ακόμη στη ζωή μου η Ευγενία και ο άλλος μου αδερφός, ο Γιάννης. Τους αγαπώ πολύ, για να υπάρχω κι εγώ.   Αγαπώ τη γειτονιά μου, γιατί μου θυμίζει άλλες περιοχές, σαν την παλιά Κοκκινιά και την Αμφιάλη. Γειτονιές που έχουν αυλές και που η μία γειτόνισσα μιλάει ακόμα με την άλλη. Ουδέποτε είχα άγχος να χωθώ σε εταιρείες, να κάνω καιροσκοπικές σχέσεις, να βγω σε πρώτο πλάνο. Στο ποτάμι της ζωής υπήρξα ένα φυλλαράκι που το έπαιρνε το ρέμα. Και δεν έχω μετανιώσει ποτέ για τίποτα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFOΜην το υποτιμάς, εγκλωβιστήκαμε στις πολυκατοικίες και χαθήκαμε.   Στην ταβανοθεραπεία που κάνω, λέω «αυτή είναι η ζωή, ό,τι κάνουμε είναι για εδώ». Ας μπορέσουμε όλοι να πράξουμε το καλό, ας μην κάνουμε τον άλλον να ματώσει και να πονέσει.   Θα σου φανεί περίεργο, αλλά σαν να με θυμάμαι να κλοτσάω την κοιλιά της μάνας μου για να βγω και να παίξω μουσική. Από μένα μην περιμένεις ν’ ακούσεις αυτό που λένε όλοι, ότι «χτύπαγε το κουδούνι και άκουγα μελωδία στα 10 μου». Θα σου πω ότι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να είμαι ένας κανονικός λαϊκός άνθρωπος που παίζει μουσική για να απαλύνει την ψυχή του, δίχως ίχνος δηθενιάς. Πιστεύω πως αυτό το έχω καταφέρει.   Στη σκηνή με έβγαλε η Σοφία Βέμπο. Κρατώ ντοκουμέντα που δεν έχουν δει ακόμη το φως της δημοσιότητας. Η ορχήστρα από κάτω κι εγώ στη σκηνή, δίπλα της, να τη συνοδεύω στο μεγάλο τραγούδι της, «Ο άνθρωπός μου». Μεγάλη προσωπικότητα, ισχυρή γυναίκα και πίσω από τη σκληράδα, που οι άλλοι πίστευαν ότι είχε, έκρυβε την ευαισθησία της. Έχω ακούσει πολλούς χαρακτηρισμούς από ανθρώπους που εκτιμώ. Ο Κραουνάκης με είπε «Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν»... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFOΕίναι μια άμυνα και η σκληράδα του χαρακτήρα. Έτσι κάπως είμαι κι εγώ. Με αγαπούσε πολύ εμένα η Σοφία – τους συναντούσα τακτικά και εκείνη και τον Τραϊφόρο. Με πηγαίναν και με φέρναν με το αυτοκίνητο στο σπίτι μου, στον πατέρα μου. Κι ενώ προσπάθησε να με βοηθήσει, ως παιδί που έπαιζε φυσαρμόνικα και τραγουδούσε, εγώ ντρεπόμουν και δεν ήθελα, δεν ήταν του χαρακτήρα μου.   Κάποια στιγμή βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, αυτή η σπουδαία γυναίκα και φίλη μου, η Μαίρη Λίντα, με ρώτησε «Γιώτα μου, γιατί δεν τραγουδάς;» και της απάντησα «Ναι, θα το κάνω». Έτσι απλά έγιναν τα πράγματα, κανείς δεν μου είπε: «Ελάτε να σας ακούσω» κ.λπ. Βγήκα στο τραγούδι για να συνοδεύσω εμένα την ίδια. Έτσι συνέχισα και συνεχίζω ακόμη.   Έχω ακούσει πολλούς χαρακτηρισμούς από ανθρώπους που εκτιμώ. Ο Κραουνάκης με είπε «Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν»… Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO   Συνεργάστηκα με όλο τον κόσμο, από τον Τσιτσάνη και τον Καλδάρα μέχρι τη Μαρινέλλα και τον Πουλόπουλο. Με τη Γιώτα Λύδια, την Καίτη Γκρέυ, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τη Ρίτα Σακελλαρίου – ποιον άλλο, ρε παιδιά; Με όλους, εκτός από έναν, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, και κρίμα που δεν έτυχε μ’ αυτόν το μεγάλο δημιουργό. Με τον Μάρκο Βαμβακάρη, επίσης, όχι στο πάλκο, αλλά σε βραδιές που του κάναμε στην Πλάκα. Ήταν εξαιρετικό το ότι βρέθηκα ανάμεσα σε όλους αυτούς. Υπήρχε μια μεμβράνη που δεν τρυπήθηκε ποτέ από καμία σφαίρα κακού ανθρώπου, ώστε να πληγώσει τα έσω μου. Κι εγώ είχα αυστηρό πατέρα και πολλοί πατεράδες πιστεύουν ότι τα παιδιά τους δεν είναι καλό να δουλεύουν στη νύχτα. Η νύχτα δεν κρύβει όλα τα άσχημα του κόσμου. Η μέρα τα σκεπάζει με τον ήλιο της, είναι πιο δύσκολο πράγμα η μέρα. Οι άνθρωποι της νύχτας είναι απλοί, κανονικοί και λαϊκοί άνθρωποι, που πάτησαν το χώμα γειτονιάς σαν της δικής μου.   Το ότι δεν έκανα δισκογραφία δεν είναι δικό μου θέμα, δεν με αφορά, δεν είχα εγώ καμία δική μου εταιρεία. Παρ’ όλα αυτά, έκανα πολλά 45άρια, που τα έχω όλα φυλαγμένα και θέλω να τα ψηφιοποιήσω κάποια στιγμή. Μπορεί να ξυπνήσω στη μία τη νύχτα και να ξανακοιμηθώ στις τρεις το πρωί. Χύμα! Θέλω να περιδιαβαίνω στον χώρο μου, να ανάβω το κεράκι μου, να ακούω ξένη μουσική... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFOΕίπα πολλά σκόρπια τραγούδια σε πρώτη εκτέλεση, χωρίς να κάνω ποτέ μεγάλο LP. Δεν έτυχε, δεν κατηγορώ κανέναν. Και δεν προσέβαλα ποτέ όσα είπα σε δεύτερη εκτέλεση, όπως τα «Δειλινά» του Ζαμπέτα και της τεράστιας Βίκυς Μοσχολιού. Υπήρξα αντισυμβατική, ίσως δεν τα έβρισκα με τον εαυτό μου κι έλεγα: «Γιατί να με υποτάξουν;». Περνούσε ο άλλος από δίπλα μου και μου χτύπαγε τον ώμο φιλικά, του στυλ «κάνε κι εσύ έναν δίσκο» κι εγώ του έκανα χώρο για να περάσει, να με προσπεράσει. Πέρναγα τόσο καλά με ό,τι έκανα, ώστε ένας δίσκος ήταν το τελευταίο που με ενδιέφερε.   Είμαι πολύ μοναχικός άνθρωπος, παρόλη την κοινωνικότητά μου. Κοιτάς τους άλλους μες στα μάτια, χαίρεσαι την επαφή μαζί τους, εισπράττεις τον πόνο και τη χαρά των σχέσεων, όταν όμως μαζεύομαι στο παραγώνι μου, είμαι μόνη μου. Και αυτό μ’ αρέσει! Σκέφτομαι, αναλογίζομαι τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα και λειτουργώ ως φυσιολογικός άνθρωπος. Δεν το βροντοφωνάζω, αυτό το ξέρουν οι θαμώνες και γι’ αυτό υπάρχω ακόμη. Πέρασαν γενιές και γενιές από την Πλάκα.   Αρχές του ’70 είχα πάρει το Ανηφόρι στη Ραγκαβά, στην Πλάκα. Από το ’74 και μετά, όταν με χτύπησε το κακό με τον αδερφό μου, αγόρασα έναν άλλο χώρο, που ήταν έτοιμος, αφού εκεί τραγουδούσε ο Χατζής. Μιλάω για τα Χρυσά Κλειδιά που κράτησαν μέχρι το ’79. Πέρασε όλη η Αθήνα από κει, οι πάντες, και ως τραγουδιστές και ως θαμώνες. Ο έρωτας δεν είναι τυχαίος στη ζωή του ανθρώπου, είναι καρμικός. Όταν ακούς βροντές στον ουρανό, δεν μπορεί να είναι και οι δύο το ίδιο δυνατές για να σμίξουν...   Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFOΟ Νταλάρας, το παιδί, δεν μπορώ να πω, η Αρλέτα, η Γαλάνη, η Τσανακλίδου. Συνάντησα την Τάνια τις προάλλες και μου θύμισε που σχόλαγε από τη Λήδρα με τον Μαρκόπουλο κι ερχόταν και καθόταν στα σκαλάκια για να μ’ ακούει ως το ξημέρωμα. Το ίδιο ακριβώς μού θύμισε και ο Θάνος Μικρούτσικος. Δεν θυμίζω ποτέ στους ανθρώπους ποια είμαι ή τι έχω κάνει. Αυτοί που με θυμούνται νιώθουν υποχρεωμένοι να έρθουν να μου το πουν!   Μηδενική η σχέση μου με το χρήμα. Τα λεφτά είναι σαν τα τρόλεϊ που κινούνται, πάνε κι έρχονται. Πρέπει να μην υπάρχουμε εμείς γι’ αυτά αλλά αυτά για εμάς. Δεν ζω για να τρώω εγώ, τρώω για να ζω. Ουδέποτε είχα άγχος να χωθώ σε εταιρείες, να κάνω καιροσκοπικές σχέσεις, να βγω σε πρώτο πλάνο. Στο ποτάμι της ζωής υπήρξα ένα φυλλαράκι που το έπαιρνε το ρέμα. Και δεν έχω μετανιώσει ποτέ για τίποτα.   Θα με χαρακτήριζα «ήρεμη δύναμη». Ξέρεις τι είναι να σε βλέπει στην τηλεόραση η Μαρία Φαραντούρη να τραγουδάς το «Νυν και αεί» του Ξαρχάκου και του Γκάτσου και να τηλεφωνεί για να σου πει πως κόλλησε με την ερμηνεία σου; Τι λες τώρα, λίγο είναι αυτό; Μου αρέσει που αγαπώ και αγαπιέμαι απ’ τους ανθρώπους, που μπορώ να τους εμπνέω με αυτό το μικρό «πακέτο» μου. Κι αν ακόμη δεν πιστεύω στον παράγοντα τύχη, με θεωρώ τυχερή εφόσον από το comeback μου και μετά με γνώρισαν σημαντικοί άνθρωποι που πριν δεν είχαν διασταυρωθεί οι τροχιές μας. Το ίδιο και τα νέα παιδιά, σαν τον Μυτακίδη των Active Member, που έγραψε ειδικά για μένα και με κάλεσε στη μεγάλη συναυλία του στην Τεχνόπολη. Ξέρουν αυτοί οι άνθρωποι πως η δική μου εσάρπα δεν θα τους ακουμπούσε, δεν θα τους ενοχλούσε ποτέ και γι’ αυτό, προφανώς, εκτιμούν τη μέχρι τώρα πορεία μου και τη στάση ζωής μου.   Μπορεί να ξυπνήσω στη μία τη νύχτα και να ξανακοιμηθώ στις τρεις το πρωί. Χύμα! Θέλω να περιδιαβαίνω στον χώρο μου, να ανάβω το κεράκι μου, να ακούω ξένη μουσική… Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO   Το δικό μου έργο είναι κλεισμένο σε σεντούκι κι αυτό το σεντούκι τώρα αρχίζει να ανοίγεται. Με την έκδοση του βιβλίου-CD Τα μάτια της Γιώτας Γιάννα πριν από λίγα χρόνια έκανα ουσιαστικά μια δεύτερη καριέρα. Μπήκα πάλι στο τρένο και χωρίς εισιτήριο, πρόσεξέ με τι σου λέω. Ήρθε απλόχερα όλο αυτό. Κάναμε ζωντανή ηχογράφηση από έναν μικρό χώρο. Είχα τους μουσικούς μου, ήρθαν τα παιδιά με το κινητό στούντιο, έπιναν τα ποτάκια τους και λειτουργήσαμε ως παρέα, αγαπησιάρικα. Ίσως αυτό κατέθεσα στο CD μαζί με την ψυχή μου, το παρεΐστικο κλίμα εκείνης της βραδιάς. Άνετα θα ξανάκανα δίσκο τώρα – ήδη έγραψα δύο νέα τραγούδια, υπέροχα, σε μουσική του μπουζουξή Μανώλη Καραντίνη και σε στίχους του Γιάννη Τζοανόπουλου.   Ενώ ο θάνατος με έχει αγγίξει, προσπαθώ να τον εξηγήσω μεταφυσικά, αν θες. Στην ταβανοθεραπεία που κάνω, λέω: «Αυτή είναι η ζωή, ό,τι κάνουμε είναι για εδώ». Ας μπορέσουμε όλοι να πράξουμε το καλό, ας μην κάνουμε τον άλλον να ματώσει και να πονέσει. Είμαστε όλοι ένα δάκρυ, ρε παιδιά, ένα δάκρυ από δω μέχρι εκεί όπου πάνε όσοι φεύγουν και μας αφήνουν. Και το κακό ξέρεις ποιο είναι; Ότι αυτοί είναι που μας περιμένουν, όχι εμείς αυτούς. Φεύγουν οι άνθρωποί μας και τρελαινόμαστε. Και κανείς απ’ αυτούς μέχρι σήμερα δεν έχει γυρίσει για να μας πει τουλάχιστον πώς είναι τα πράγματα εκεί που πήγε. Να μας πει πώς περνάει για να δούμε αν θα γουστάρουμε κι εμείς! Κι έτσι ο θάνατος παραμένει άγνωστος, ένα μόνιμα κλειστό παράθυρο για όλους μας.   Φυσαρμόνικα υπήρχε στο σπίτι μου κι έτσι την έπιασα στα χέρια μου. Όπως άλλα παιδάκια πρωτόπαιξαν κιθάρα ή πιάνο, εμένα μου έτυχε η φυσαρμόνικα. Μελέτησα κάποια πράγματα, τη σπούδασα μπορώ να πω, αλλά η παρτιτούρα δεν μου αρέσει – λες κι είναι η μπάντα του δήμου. Εγώ παίζω με την ψυχή μου και είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις «φαντασία» πάνω σ’ αυτό το όργανο. Οι νότες δεν μπορούν να περάσουν από αυτές τις δέκα «σειρές» που διαπερνούν το σώμα της φυσαρμόνικας. Μόλις πέρσι, λοιπόν, ενημερώθηκα από τη δημοσιογράφο Χρύσα Παπαϊωάννου πως μουσικό περιοδικό του εξωτερικού με έχει κατατάξει τρίτη στους δέκα σημαντικότερους φυσαρμονικίστες πανευρωπαϊκώς! Δεν θυμάμαι ποιο έντυπο είναι, αναζήτησέ το και θα το βρεις! Υπ’ όψιν, εγώ παίζω τη μικρή φυσαρμόνικα, την πλέον δύσκολη, που σου πετάει τα συκώτια. Δεν είναι σαν το σαξόφωνο, που θέλει εκπνοή. Η φυσαρμόνικα απαιτεί και εισπνοή, άρα δυνατά πνευμόνια. Και, πάνω απ’ όλα, αγάπη για το αντικείμενο. Αγάπη είναι τα πάντα.   Μπορεί να ξυπνήσω στη μία τη νύχτα και να ξανακοιμηθώ στις τρεις το πρωί. Χύμα! Θέλω να περιδιαβαίνω στον χώρο μου, να ανάβω το κεράκι μου, να ακούω ξένη μουσική. Μπορεί να τραγουδάω λαϊκό, αλλά φαίνεται ότι σχετίζομαι με την ξένη μουσική, νομίζω, ως άνθρωπος και ως περσόνα περισσότερο. Έχω ακούσει πολλούς χαρακτηρισμούς από ανθρώπους που εκτιμώ. Ο Κραουνάκης με είπε «Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν». Ακόμη κρατάω εκείνη τη μαντίλα του που έβγαλε και μου χάρισε όταν τραγούδησα το «Αυτή η νύχτα μένει» παρουσία του. Ο Μάνος Χατζιδάκις, που με είχε δει στα Χρυσά Κλειδιά και αργότερα τον έβλεπα με την «κομπανία» του σε ένα ταβερνάκι στο Παγκράτι, με είχε χαρακτηρίσει «πασιονάρια της λαϊκής πίστας» και όχι της εθνικής οδού, όπως έχει γραφτεί. Έχει σημασία αυτό, γιατί οι άνθρωποι φτιάχνουμε τους χώρους και όχι οι χώροι τους καλλιτέχνες.   Ο έρωτας δεν είναι τυχαίος στη ζωή του ανθρώπου, είναι καρμικός. Όταν ακούς βροντές στον ουρανό, δεν μπορεί να είναι και οι δύο το ίδιο δυνατές για να σμίξουν… Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO   Δηλώνω ασκητής. Αυτό που είμαι εδώ μέσα, είναι και για έξω. Μπορεί να μην είναι πολύ αλλά είναι αυθεντικό και έχει την ποιότητά του. Έχει μέγεθος ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Πολλοί θα ρωτάνε: «Κι όταν δεν δουλεύει, τι κάνει αυτή;». Παίρνω τις ποδηλατάρες μου, που τις αλλάζω με όλα τα χρώματα του ουρανού. Πότε θα πάρω το μπλε, πότε το μαύρο, πότε το κόκκινο ποδήλατό μου. Πηγαίνω μέχρι την Κηφισιά, το Μαρκόπουλο και τα Σπάτα. Μου καθαρίζει το μυαλό, πραγματικά. Έχω αποκτήσει οδική συμπεριφορά, το πάω, δεν με πάει, εγώ είμαι μαέστρος στο ποδήλατό μου.   Ο έρωτας δεν είναι τυχαίος στη ζωή του ανθρώπου, είναι καρμικός. Όταν ακούς βροντές στον ουρανό, δεν μπορεί να είναι και οι δύο το ίδιο δυνατές για να σμίξουν. Έτσι βλέπω κι εγώ τον έρωτα, με την έννοια του τυχαίου, του πηγαίου. Μπορεί να είναι μια τυχαία έλξη και ξαφνικά να μπει ένας άνθρωπος στη ζωή σου. Ο έρωτας δεν φοράει καθαρά, περιποιημένα ρούχα. Στηρίζεται στο αν μπορεί ο άλλος να σε διαπεράσει όχι με τανκς αλλά με μια ματιά του. Ο έρωτας κι ο θάνατος ενώνονται, ταυτίζονται. Ζεις το τέλος μιας σχέσης και στην πορεία ζεις και τον θάνατο, το φευγιό ενός ανθρώπου. Σου συμβαίνει το ένα, θα σου συμβεί και τ’ άλλο.   Αυτό να κρατήσετε από μένα: είμαι καλλιτέχνις που κοιτάζω μετωπικά, χαιρετάω μετωπικά, αγαπάω μετωπικά και τραγουδάω μετωπικά. Πηγή: www.lifo.gr

Close