Τοπικά

  Η επιβεβλημένη Μετονομασία του «Στρατοπέδου Καβράκου»

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ 1925                    

Η «ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ» μας δίνει στη δημοσιότητα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τη Μετονομασία του Στρατοπέδου της ΣΜΥ, γραμμένο από τον Ηλία Νταλούμη*, ό οποίος είναι μέλος του Δ.Σ. του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος. Το άρθρο έχει ως εξής:

               

Κυκλοφόρησαν, τελευταία, πληροφορίες ότι το υπουργείο Εθνικής Άμυνας μελετά την αλλαγή του ονόματος του στρατοπέδου «Αντιστράτηγου Χρήστου Καβράκου», στα Τρίκαλα, όπου εδρεύει η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών (ΣΜΥ) του Στρατού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που έχει ζητηθεί αυτό. Και ο λόγος είναι πολύ απλός: για ορισμένους, ο αντιστράτηγος Χρήστος Καβράκος (1882-1944) δεν υπήρξε ο άνθρωπος που αξίζει τέτοιας τιμής. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, χωρίς να διακριθεί. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετώντας στο Δ΄ Σώμα Στρατού, προτίμησε να πάει στο Görlitz (Γκέρλιτζ) –τυπικά ως αιχμάλωτος στην ουσία να κάνει «διακοπές»– παρά να διαφύγει, όπως πολλοί συνάδελφοί του, για να πολεμήσει τους Γερμανούς και Βούλγαρους. Όταν επέστρεψε, το 1919, πήρε μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία και πάλι χωρίς να διακριθεί.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1925, όντας αντισυνταγματάρχης διοικητής του 5ου Συντάγματος Πεζικού που έδρευε στα Τρίκαλα (την ιδιαίτερη πατρίδα του και μάλιστα στον ίδιο χώρο που είναι η ΣΜΥ), έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να πυροβολήσουν συμπατριώτες του αγρότες που μετείχαν σε αγροτικό συλλαλητήριο. Το αποτέλεσμα ήταν 7 νεκροί –ανάμεσά τους κι ένα κοριτσάκι 12 χρονών– και 25 τραυματίες. Το Μάρτιο του 1940, ύστερα από επίμονες προσπάθειές του, ανέλαβε διοικητής της ΧΙΙ Μεραρχίας Πεζικού. Πολύ σύντομα διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Ο διοικητής του, ο αντιστράτηγος Ιωάννης Κωτούλας, έγραψε γι’ αυτόν: «ως διοικητής της ΧΙΙ Μεραρχίας ελαχίστην υπηρεσίαν προσέφερε καθόσον μόλις αναρρώσας εκ μακράς ασθενείας δεν ηδύνατο να πεζοπορεύει και να ιππεύει και συνεπώς να επιβλέπει τα τμήματα της νεοσυστάτου Μεραρχίας, έχοντα εντολήν να οργανώνουν αμυντικώς τομέα επί ορεινής τοποθεσίας και δυσβάτων δρομολογίων. Αντικατεστάθη τη αιτήσει μου διατεθείς εις το εσωτερικόν». Όντας όμως άνθρωπος του Μεταξικού καθεστώτος δεν αποστρατεύθηκε, αλλά τοποθετήθηκε σε κάποια υπηρεσία γραφείου του ΓΕΣ.

Στις 18 Απριλίου 1941 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση Τσουδερού, που είχε αναλάβει την ίδια ημέρα,  ως επικεφαλής της Ανωτέρας Στρατιωτικής Διοικήσεως Αθηνών (ΑΣΔΑ) και στις 24 Απριλίου 1941 διατάζει τους πρωτοετείς Ευέλπιδες (τους μόνους που δεν είχαν ενταχθεί σε μάχιμες μονάδες) να είναι έτοιμοι να βγουν στους δρόμους προκειμένου να τηρήσουν την τάξη. Αυτοί αρνούνται να υπακούσουν και φεύγουν για την Κρήτη, προκειμένου να συνεχίσουν να πολεμούν.

    Στις 27 Απριλίου 1941, μαζί με άλλους (γερμανόφιλους-γερμανόφοβους-γερμανόδουλους, όπως τους έχει χαρακτηρίσει ο Γιώργος Σεφέρης) υποδέχεται τους Γερμανούς στη διασταύρωση της λεωφόρου Κηφισιάς με τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και παραδίδει την Αθήνα στον συνταγματάρχη Hermann von Hesen. Εδώ να σημειωθεί ότι διαταγή της νόμιμης κυβέρνησης Τσουδερού προς τον Καβράκο να παραδώσει την Αθήνα δεν υπήρξε ποτέ! Γι’ αυτό άλλωστε αμείφθηκε από τον Τσολάκογλου και τοποθετήθηκε, τον Ιούνιο 1941, επικεφαλής της Πανελλήνιας Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών. Τι έκανε αυτή; Μάζευε σχεδόν ολόκληρη τη γεωργική παραγωγή της χώρας και την έδινε στα στρατεύματα κατοχής! Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής ήταν και ο λιμός του 1941-1942.

Τον Ιούλιο του 1942, έχοντας επιτελέσει το …καθήκον του, αποστρατεύθηκε με το βαθμό του αντιστρατήγου, που του απένειμε η παράνομη κατοχική κυβέρνηση (η νόμιμη ήταν στη Μέση Ανατολή), και ιδιώτευσε. Τελικά, ο Καβράκος θα πιαστεί από τη διαβόητη ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) κατά τα Δεκεμβριανά και θα δολοφονηθεί, όπως χιλιάδες άλλοι -στη συντριπτική τους πλειοψηφία χωρίς δωσιλογικό παρελθόν- μάλλον στις 8 Δεκεμβρίου 1944.

     Η δολοφονία του Καβράκου από την ΟΠΛΑ αποτέλεσε μιας πρώτης τάξης ευκαιρία για να του ξεπλύνει το –οπωσδήποτε βαρύ– δωσιλογικό του παρελθόν. Έτσι το 1973, δηλαδή επί Χούντας, δόθηκε το όνομά του στο στρατόπεδο του 5ου Συντάγματος Πεζικού –σημερινή ΣΜΥΝ- στα Τρίκαλα. Το εκπληκτικό είναι ότι στην Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού δεν βρίσκουν (!) το συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά ένα της 19ης Μαρτίου 1975 με αντίστοιχο περιεχόμενο.

Όπως ήδη επισημάναμε, ο Καβράκος σαφώς και δεν άξιζε την τιμή να ονομαστεί στρατόπεδο με το όνομά του, πόσω μάλλον όταν σε αυτό στεγάζεται μια σχολή στελεχών του Στρατού. Ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτε που να τιμά τον Ελληνικό Στρατό. Μπορεί λοιπόν να προβάλλεται ως παράδειγμα και να εμπνέει  νέους ανθρώπους; Σαφέστατα και όχι! Το «πρόβλημα» όμως που προκύπτει είναι τι όνομα πρέπει να δοθεί. «Ακούστηκαν» κάποια που όντως παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Κοινό στοιχείο όλων είναι η τρικαλινή καταγωγή των εν λόγω ατόμων. Ας τα δούμε.

 

  1. Ελευθέριος Ντάσκας (1912–1940). Έφεδρος ανθυπολοχαγός που σκοτώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1940 και θεωρείται ο πρώτος νεκρός έφεδρος αξιωματικός του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σίγουρα πρέπει να τιμούμε τους νεκρούς, αλλά ο εν λόγω δεν έκανε κάτι το εξαιρετικό. Απλώς –όσο απλός μπορεί να είναι ο θάνατος– σκοτώθηκε.
  2. Γεώργιος Κονδύλης (1879–1936). Με έντονη στρατιωτική παρουσία, αλλά η πολιτική του «σταδιοδρομία» (ξεκάθαρα αντιδημοκρατική) σίγουρα και δεν είναι και το καλύτερο παράδειγμα για νέα στελέχη.
  3. Στέφανος Σαράφης (1890–1957). Με αξιοσημείωτη στρατιωτική σταδιοδρομία –έχοντας πάντα πολιτικούς ή στρατιωτικούς «προστάτες»- είχε ενεργό ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα της εποχής του. Η «μεταπήδησή» από την ΕΚΚΑ στον ΕΛΑΣ, για την οποία ο Γεώργιος Καρτάλης είπε δημόσια (στο Συνέδριο του Λιβάνου 17-20 Μαΐου 1944) «ανηγορεύθης αρχιστράτηγος του ΕΛΑΣ δι’ εμπτυσμού», χωρίς να τολμήσει να του απαντήσει, δείχνει τον τρόπο σκέψης και δράσης του. Τυχόν υποψηφιότητά του θα στηρίζεται στην ίδια λογική με αυτήν βάσει της οποίας δόθηκε το όνομα του Καβράκου. Απλώς τώρα θα έχει αντίθετο «πρόσημο».
  4. Δημήτριος Κασλάς (1901–1966). Αναμφισβήτητα η καλύτερη επιλογή που μπορεί να γίνει. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως οπλίτης. Μονιμοποιήθηκε στη συνέχεια και το Μάρτιο του 1941, όντας ταγματάρχης και διοικητής του 2ου Τάγματος του 5 Συντάγματος (ΙΙ/5) που αποτελούνταν κυρίως από Τρικαλινούς, έδωσε και κέρδισε – κατά την περίφημη «Εαρινή Επίθεση» – μια από τις σημαντικότερες μάχες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Αυτήν στο ύψωμα 731. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην αντίσταση. Αρχικά, με τον ΕΔΕΣ και στη συνέχεια, μετά τη διάλυση των μονάδων του στην Θεσσαλία, με τον ΕΛΑΣ και πάλι με αξιοσημείωτη δράση. Εξορίστηκε την περίοδο 1945–1948, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένες εναντίον του κατηγορίες. Απόδειξη αυτού αποτελεί και το ότι αποστρατεύθηκε το 1948 με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και δεν καθαιρέθηκε όπως άλλοι. Ο Κασλάς σίγουρα είναι μια περίπτωση που αφενός μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα κι αφετέρου είναι επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί από το ελληνικό δημόσιο.

   Ας ελπίσουμε ότι οι αρμόδιοι αυτήν την φορά θα τολμήσουν –δεν θέλει δα και μεγάλη τόλμη– και θα προχωρήσουν στη διόρθωση ενός από τα τόσα λάθη που υπάρχουν και στις ονομασίες των στρατοπέδων.

Close